It’s just art,my friend!

beauty_hurts_01just a  mind game!

Δεν κανει τη ζωη μας καλυτερη ,ουτε ευκολοτερη

δεν μας κανει καν καλυτερους ανθρωπους

αλλα δεν θα ζουσαμε και χωρις αυτη…

Καποτε ενας φιλος μου ειχε δωσει ενα βιβλιο

«Ψυχολογικα παραδοξα» του Μαξ Νορνταου.

Ποτε δεν το διαβασα ολο, ουτε και ξανακουσα γι’αυτον τον φιλοσοφο ποτε.

Εκλαικευμενη φιλοσοφια μου φανηκε και δεν ταιριαζε μ’αυτα που ηθελα τοτε να κανω στη ζωη μου.

Ομως η τεχνη ειναι ενα παραμυθι.

Υπεροχο. -ομως παραμυθι.

/

Αν επικρατουσαν οι αποψεις του Νορνταου μαλλον δεν θα υπηρχε τεχνη και αν υπηρχε θα ηταν βαρετη και αποστειρωμενη.Συμφωνα μ’αυτες, η τεχνη ειναι ενα νοσηρο δημιουργημα διευθαρμενης φαντασιας-και μιλαει για τον Εμιλ Ζολα ,τον Σαιξπηρ,τον Ιψεν και αλλους, τετοιου μεγεθους καλλιτεχνες.

/

Μιλαει για αηδεστατα παθη παραδοξοτητες και ρηγματα διανοητικης και ψυχικης ισοροπιας,και δεν βλεπει κανενα φαρμακο που θα σταματησει αυτη την αυτοδηλητηριαση της φαντασιας του αναγνωστικου κοινου με τις λογοτεχνικες σαπιλες.

Προτεινει δε να εξοριστουν οι μυθιστοριογραφοι σε ησυχα και ειρηνικα χωρια,αναμεσα σε γεροδεμενους χωριατες η αλλοιως να πειστουν  να παρουσιαζουν στο κοινο μονο γεγονοτα βεβαιωμενα στατιστικα,αντι να παρουσιαζουν διανοητικη παθολογια.

/

Αυτα λεει ο κ.Νορνταου και δεν τον εχω ακουστα απο τοτε,

-ευτυχως -,το ιδιο ευχομαι και σε ολους εσας.

που μειναμε?

all dust and bones

 

Το πρωί είναι είναι σκλάβα σε βαμβακοφυτείες του αμερικανικού νότου.

Έχει εφεύρει κώδικες για να επικοινωνεί κρυφά με το μέσα της. Σιωπηλά.

Όταν την αντικρίζει κανείς, δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει έτσι όπως είναι φορτωμένη με ασήμια και πολύτιμες πέτρες, όμως οι κινήσεις της το μαρτυρούν.

Βαριές, αργόσυρτες, το λερωμένο χρώμα της σκουριάς νίκησε, λεκέδες παντου και αυτή μέσα τους, αφημένη, να πηγαινοέρχεται με κινήσεις ακριβείας.

Όταν ο ήλιος αρχίζει να καίει  βάζει την στολή παραλλαγής και γίνεται αφέντρα του εαυτού της.

Σ’ένα τόπο βρόμικο και ξένο, με σκλάβους εξεγερμένους δυσοίωνους και φοβισμένους. Με μυρωδιές καμένης σάρκας στον αέρα και αγριεμένα βλέμματα.

Από πότε οι αφέντες έχουν αρχίσει να φοβούνται? Πλήθη παντού, η δύναμη του πλήθους δεν μπόρεσε να σώσει τρεις ζωές εδώ, τώρα. Φόβος παντού.

Φόβος και οργή.

Η καμουφλαρισμένη πόλη δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο.

Νοσταλγεί τις εποχές της αθωότητας έστω και με δανεικά.

/

Σκονη…κριμα!και επαιζε ωραιο μπαντζο

/

/

/

 

κηλιδες ενος cartoon

 

Βουταει τα ακρα της στο μαυρο μελανι

και αφηνει ιχνη  στην λευκη επιφανεια.

Μαζι με το μελανι ,φευγουνε και μερικα νεκρα κυτταρα.

Το cartoon κοιταζει το μελανι να απλωνεται,και υπαρχει μια στιγμη

τελειως χαρακτηριστικη που αυτο , δηλαδη το υλικο αρχιζει να εχει απαιτησεις,θελει να απλωθει στο χωρο να ξεφυγει απο τα ορια του παραλληλογραμου

και να ενωθει με το cartoon.

Το cartoon καταλαβαινει παντα ακριβως ποτε ειναι η στιγμη.

Και κανει ενα βημα πισω.Αφηνει απο τα χερια της την πενα.

Θελει να μεινει στο δικο της χωρο,με τις δυο του διαστασεις ,τον γνωριμο και χωρις εκπληξεις.

Ο κοσμος των τριων διαστασεων λιγο την απωθει.

Οταν τα φωτα χαμηλωσουν ριχνει κρυφες ματιες θαυμασμου,

ξανα και ξανα,στο μαυρο απλωμενο μελανι .

Αυριο ξερει οτι θα δει στα ματια των αλλων μια τεραστια παρανοηση.

Θα της αποδωσουν τις μαυρες κηλιδες καθως κανεις δεν υποψιαζεται οτι και η ιδια ειναι απλα ενα δημιουργημα

σε μια στιγμη εμπνευσης.

Το cartoon μενει μονο οταν ο δημιουργος φευγει απο το εργαστηριο του.

Και κανει παντα ,μα παντα το ιδιο λαθος.

Σκαλιζει τα εργαλεια του και βουταει τα ακρα της στα μελανια ακουμπωντας τα μετα πανω στα πεταμενα χαρτια.

 

 

 

οταν οι ηχοι σε χαιδευαν

Την ηθελε πισω
ηξερε οτι αυτο επρεπε να γινει.Τωρα.
Ειχε το χρωμα του μελιου η κοτσιδα της ,
ηταν μακρια και ζυγιζε 23 κιλα.
Στροβιλιζοταν δυο- τρεις φορες γυρω απο τον εαυτο της και επειτα κατεβαινε με φορα και απλωνοταν στο πατωμα καθως χωριζοταν σε πολλες μικροτερες ακρες.
Το καλοκαιρι αισθανοταν τα χαδια της στους ωμους και στη ραχοκοκαλια και καθε φορα ανατριχιαζε σαν ναταν η πρωτη φορα.
Το χειμωνα την επλενε ,την στεγνωνε απο τα νερα της βροχης,την επλεκε και μετα τα βραδυα την ξαπλωνε διπλα στην φωτια και της ελεγε ιστοριες με ερτζιανη υποκρουση. 
 
Ποτε μεγαλωνουν τα κοριτσια?Και αν αυτο συμβαινει μεσα σε μια στιγμη, σε μια μερα,ποιος το αποφασιζει και γιατι?
Αποφασιστηκε εκεινη τη μερα.Θα τα κοψουμε.Κοντα.
Η αμεσως επομενη σεκανς ηταν μπροστα στην εισοδο της κατοικιας
στητη, περηφανη ,μεσα στο καινουργιο της κομψο συνολακι ,το αλα γκαρσον κομμενο μαλλι της μια μοντερνα δεσποινις ,με ενα λαμπρο μελλον να ανοιγεται μπροστα της.
 
Ποτε αποφασιστηκε?Γιατι τοτε?Γιατι εκεινη τη μερα?
Την θελω πισω ! ειπε και ανοιξε τα ντουλαπια και την πηρε.
Ενα γερακι στον αερα και γαντζωμενος στα νυχια του ενας αμνος.
Οχι το μαυρο προβατο,οχι …ενα κατασπρο,μαλλιαρο προβατακι να κρεμιεται απο τα νυχια του αρπακτικου.
Αυτη ηταν η εικονα που ειδε πρωτα.
Ο θυτης και το θυραμα,ετσι ειχε δεθει με μια εικονα χωρις να το θελει ,χωρις να το ξερει,χωρις να το ξερει κανεις.
Το “αγνο -παρθενο” μαλλι της κλεισμενο στο κουτι του με την  ματωμενη εικονα δεν ηξερε πια αν ηταν ο θυτης η το θυμα.
Αυτη η κοτσιδα που της χαιδευε την πλατη τα καλοκαιρια, που ξεπλενε και κοιμιζε το χειμωνα λεγοντας της ιστοριες ,ηταν ισως και τα δυο.
Την ακουμπισε σε μια καρδια και αυτη,η κοτσιδα ,ξανα μετα απο αιωνες ,στροβιλιστικε δυο,τρεις φορες γυρω απο τον εαυτο της και επειτα αφου στραφηκε και την κοιταξε κουλουριαστηκε στο καινουργιο της τοπιο.
Απο τοτε αρχισε ν’ακουει παλι ηχους .
Οι ηχοι ειναι μπουκλες και της χαιδευουν τ’αυτια ,ειναι αγριοι οπως τα ξεχτενιστα μαλλια της ,εχουν την δικη τους ζωη οπως και αυτα ,ανεξαρτητοι και απιαστοι,και της φερνουν μια ανατριχιλα καθως την αγγιζουν στην πλατη σαν να ειναι η πρωτη φορα.

 

be..bad

 
Γυρίζοντας θυμήθηκε τον καινούργιο της «φίλο»Be bad ,enjoy life,της είπε στο μήνυμα που της είχε στείλει αργά ένα βραδυ,και ήταν αυτό ακριβώς που ήθελε ακούσει εκείνη την ώρα. 
 
Το λερωμένο χρώμα της σκουριας,τοσο γνωριμο,τοσο οικείο…την κύκλωνε πάλι τον τελευταίο καιρο.Ηταν κι’αυτοι οι λεκεδες στο ταβανι,καταλοιπα της προ διετίας πλημμύρας,που ειχαν εγκατασταθεί στο ντεκορ,αδιαφοροι δηθεν,αλλα διαβρωτικοι στην πρώτη ευκαιρία. 
Οι λεκεδες ήταν γυρω της ακόμα και αν έβγαινε εξω,στο δρομο,δεν ζούσε στο Παρίσι ούτε καν στο Nashville του Tennessee,περπατούσε και σκόνταφτε πάνω σε λεκεδες με ζεστά γηινα χρώματα και συγκεχυμένα όρια.
Είναι κάποιες ταινίες επιστημονικής φαντασιας,οπου τεχνολογία και παρακμή
συνθέτουν το σκηνικό και αυτό ακριβώς ήταν το περιβάλλον της
Έμενε να βρει το soundtrack και θα είχε ήδη δυο στοιχεία ,για μια ωραία ,συγκινητική ιστορία .Βoy meets girl,girl meets boy..
Η ίδια φυσικά στο ρολο του σκηνοθετη- bad,bad girl enjoys life.
 
Και τότε λοιπόν τι συνεβαινε?……ηταν μέσα στο εργο.
Αυτή ήταν ο χαρακτήρας…ανατρίχιασε στη σκέψη αυτή
Και στη σκέψη ότι κάπου αλλού ένα κακό κορίτσι που απολαμβάνει τη ζωη,γραφει το σενάριο πάνω στο οποίο παιζόταν η ζωή της.
Πήγε για ύπνο με την σκέψη ότι είναι ένα cartoon ,και αυτό καθόλου δεν την χάλαγε.
Απλά ήθελε χρόνο για να το αποδεχτεί.
 
Ποιος σου είπε ότι εσύ αποφασίζεις?

 

Πως η camille απαλλάχτηκε από το είδωλο της όταν συνάντησε τον άντρα που χορευε το απλό βαλς των τεσσάρων τεταρτων

 

Μερος πρωτο

 

 

Η Camille  χορευε τις  νυχτες και κοιμοταν τη μερα.

Διπλα στο στενο της δωματιο πισω απο την πλατεια της Οπερας τα κρουστα του concervatoir de Paris χωριζαν την μερα της σε ισες λουριδες χρονου, και συνοδευαν τις λιγοστες της κινησεις στις οποιες  αναγκαστικα περιοριζοταν πριν τη δυση του ηλιου.

Όταν οι σκιες στο δωματιο ειχαν πλεον κανει τον καθιερωμενο τους κυκλο από τα αριστερα  προς τα δεξια ,ένα τελετουργικο ταξειδι των αντικειμενων, η Camille εγκατελειπε τα μαξιλαρια της και κοιταζε για πρωτη φορα μεσα στη μερα  τον καθρεφτη της.

Εστεινε το λεπτο κορμι της ,με θαρρος απεναντι του σηκωνε λιγο τη γαλλικη της μυτουλα και η αναμετρηση αρχιζε. 

Aκινητη με σφιγμενες παλαμες εστελνε το θυμωμενο βλεμμα  στο ειδωλο της που της ανταπεδιδε αυτοματως την φιλοφρονηση. Εμενε ετσι  για ωρα ωσπου το βαθυ σκοταδι ακουμπαγε παντου ,στο πατωμα,στο κοκκινο χαλι,στο κρεββατι που ακομα ειχε την μυρωδια της,στα σκορπια ρουχα ,στα χιλιαδες φλιτζανια στις γωνιες,στον καθρεφτη και τελος πανω της.

 

Τοτε ηταν η ωρα για να φυγει.

Με μια δεξιοτεχνικη κινηση τραβουσε την κουρτινα που καλυπτε μια σειρα από φορεματα και μεσα σε δευτερολεπτα εκανε την επιλογη της.

Περνουσε το φορεμα στο σωμα της, παντα από κατω και το σηκωνε μεχρι που αυτό καλυπτε τους γυμνους της ωμους.

Επειτα τιναζε το κεφαλι της προς το πατωμα ,το σηκωνε και το ξαναριχνε ωσπου τα μαλλια της βρισκαν την θεση τους στο χωρο.

Τοτε ηταν που εβγαζε ένα ζευγαρι ψευτικες βλεφαριδες μεσα από ένα μικρο βελουδινο κουτι, και τοτε ηταν που καλυπτε τα ματια της από τα αδιακριτα βλεμματα. Και για να ολοκληρωσει το καμουφλαζ εβαφε τα χειλη της κατακοκκινα.

 

Τοτε πια δεν ηταν η Camille ηταν μονο μια προσομοιωση,ένα συμβολο, μια περσοννα.

Ετσι λοιπον απαλλαγμενη από τον εαυτο της κατεβαινε τους 7 οροφους μεχρι να φτασει στο πεζοδρομιο, αφηνοντας πισω της μονο τους ηχους από τα τακουνια της.

 

 

Συνεχιζεται…….

 

Πως η camille απαλλάχτηκε από το είδωλο της όταν συνάντησε τον άντρα που χορευε το απλό βαλς των τεσσάρων τεταρτων II

 

Μεροςδευτερο

 

 Εκείνη τη νύχτα πατώντας το πόδι της στην υγρή ασφαλτο,την χτύπησαν βίαιες εικόνες (όπως κάθε βράδυ άλλωστε).

Προσπάθησε να αποστρέψει το βλέμμα μα οι εικόνες ξεφύτρωναν παντού.

Στο μυαλό της ηρθαν οι κυριακάτικες κοινωνίες

Και αναρωτήθηκε που στο καλό τις θυμήθηκε.

Όλα τόσο μπερδεμένα στο κεφάλι της. Τι τον ήθελε τον Βορρά σκεφτόταν, και τι την ήθελε την place Pigalle. Tοσες συνοικίες εκεί βρήκε να πάει? Hταν πλέον addict, τελείωσε. Αυτό ήταν.

Εξαρτημένη από το σκοτάδι , τους ψιθύρους , τα μισολογα ,τις σκιές .

Στο νότο ήταν αλλιώς. Όλα τόσο απλά… Αλλά ο νότος είχε τελειώσει για πάντα. Αυτή το επέλεξε. Το χωριό την επνιγε. Και ο Rene επίσης. Το κεφάλαιο γλυκεία ζωή είχε κλείσει και είχε ανοίξει το κεφαλαίο dolce vita.

Kαι μετά σκεφτόταν πόσο ίδια είναι όλα. Πόσο ίδια και διαφορετικά.

.

Δίπλα της αισθάνθηκε ένα βλέμμα να εισβάλει στον προσωπικό της χώρο και εδώ στο βορρά αν μη τι άλλο σέβονται τον προσωπικό χώρο. Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τον εισβολέα ίσια στα ματιά μέσα από τις μακριές βλεφαρίδες της. Στο φλεγομενο βλεμμα του ειδε την ερημο ,μια οαση με τρεχουμενα νερα ,φοινικιες και μπανανοδεντρα.

-Ειμαι πριγκιπας ,της ειπε. Ζω στην ερημο και ιππευω μονο ασπρα αλογα. Θελω να σε παρω μακρια απο δω,να σε κανω πριγκιπισα και να σου κανω πολλα παιδια.

.

Μη αντεχωντας τοση ευτυχια η Camille ,σκεφτηκε” Μελαμψος, με σαρκώδη χείλια και σγουρά μαλλιά . Χμμ…Άραβας “. και τάχυνε το βήμα της.

.

Σε λίγο θα έφτανε. Και τότε το μυαλό θα έπαυε να λειτουργεί έστω για λίγο για μερικές ώρες οι ουσίες θα κατέκλυζαν τον εγκέφαλο της ,τα μέλη της θα χαλάρωναν και τα όρια του προσωπικού της χώρου θα συγχέονταν με τα όρια του προσωπικού χώρου άλλων, επίσης όντα της σκιάς ,της υποψίας , του τυφλού έρωτα και της καλυμμένης απελπισίας.

Κάποτε επέλεγε για τις εξορμήσεις της χώρους τους λεγόμενους «trendy»

Γκλαμουρατα μαγαζιά με κλιν ντεκορ που όμως παρ’ολες τις φιλότιμες προσπάθειες δεν κατάφερναν να εξαφανίσουν αυτήν την ποτισμένη μυρωδιά από ιδρώτες ,ουσίες ,ανάσες ,κορμιά.

Τώρα ,σημάδι κι’αυτό της decadence της, επέλεγε τριτοκλασατα μέρη όπου κάθε θαμώνας θα μπορούσε να εκδώσει ένα best seller με την ιστορία της ζωης του.

Θυμόταν τότε όταν είχε πρωτομπει σ’ένα τέτοιο μαγαζί ,ήταν ακόμα παιδί.

Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν kinder garden και κάποιοι έσπαγαν πλακα μαζί της.

Που να την πάρουν στα σοβαρά ,και σιγά μην την έβλεπαν σαν γυναίκα.

Άσε που κάτι τέτοιοι τύποι δεν νοιάζονται καν.

Τώρα της κλείνουν το μάτι φιλικά όταν την βλέπουν να μπαίνει και αυτή σκέφτεται «η οικογένεια» έτσι κι’αλλοιως κι’αυτή δεν νοιαζόταν πια.

-salut Camille ,ca va gamine?

Γι’αυτους ηταν παντα η gamine ,η πιτσιρικα, και για αυτην όλοι οι εξόριστοι αντιπροσώπευαν την πατρική φιγούρα που ποτέ δεν είχε γνωρίσει.

Και έτσι κουτσά στραβά ,όλοι τα βόλευαν μια χαρά.

Συνεχίζεται………….

 

Πως η camille απαλλάχτηκε από το είδωλο της όταν συνάντησε τον άντρα που χορευε το απλό βαλς των τεσσάρων τεταρτων III

μερος τριτο

 

 

Το bistrot ηταν αδειο, μονο τρεις θαμωνες και ενα ωριμο ζευγαρι σε μια γωνια που ειχε ανοιξει μια σαμπανια τριτης διαλογης και ρουφουσε δυσπεπτα και με θορυβο μπαγιατικα στρειδια .

Οι τρεις θαμωνες σε παραλληλη διαταξη μπροστα στη μπαρα ,με τρια ποτηρια κοκκινο κρασι μπροστα τους,των οποιων το περιεχομενο ανανεωνοταν με την ιδια και απαραλλαχτη συχνοτητα.

Κοιτουσαν ισια μπροστα,μαλλον τις αντανακλασεις του τζιν πανω στο ουισκι και την κρεμ ντε κασσις.

Οι μικρες απλικες στο υψος των τραπεζιων φιλτραραν το φως, απαλυνοντας ετσι τις οποιες υποψιες σκληροτητας, ενοποιωντας τους ανθρωπους,τα αντικειμενα, τα αραδισμενα μπουκαλια, τη μουσικη.

Padam…padam…padam…
Des “je t’aime” de quatorze-juillet
Padam…padam…padam…
Des “toujours” qu’on achète au rabais
Padam…padam…padam…
Des “veux-tu” en voilà par paquets

Πανταμ,πανταμ,πανταμ

τα “σ’αγαπω” της φανφαρας

τα “για παντα” με εκπτωση

τα “σε θελω” ενα σωρο

Η Camille εισεβαλλε πετωντας το κοκκινο σαλι της στον αερα και στροβιλιστηκε μερικες φορες γυρω απο τον εαυτο της διανυοντας κατα μηκος την στενη σαλα-πανταμ-πανταμ-πανταμ, και τοτε τον ειδε, με το κοκκινο υφασμα στο χερι,λιγο σκυφτο σαν σε υποκλιση και τα ματια του καρφωμενα πανω της.

Ο αντρας ,ηταν τυλιγμενος μ’ενα συννεφο καπνου. Μια απροσδιοριστη φιγουρα, σιγουρα οχι αδυνατος, μαλλον γεροδεμενος. Φαινοταν μονος και ηταν μονος.

Ενας αγνωστος,ενας παρεισακτος.

.

Αμέσως η χορεύτρια αναδιπλώθηκε, μαζεύτηκε και ακινητοποιηθηκε.
Πήρε γρήγορα το σάλι από τα χέρια του και μετά τινάχτηκε και γελώντας το τύλιξε στον λαιμό του και τον παρέσυρε στους στροβιλισμούς της.
Εκείνος ακολούθησε τα βήματα της αφήνοντας της το προβάδισμα και κρατώντας την απόσταση που το ύφασμα δημιουργούσε.
πανταμ-πανταμ-πανταμ
ντε ζε τ’αιμ ντε κατοζε ζουγιε
πανταμ-πανταμ-πανταμ….
τρεις γύροι ακόμα και η Camille απελευθερώθηκε και κύλησε κατά μήκος της μπάρας όπου και τυλίχτηκε ,χαλαρωνοντας το πάνω μέρος του κορμιού της αφημένο προς το πάτωμα.
.
Έτσι όπως ήταν σκυμμένη ,ένα χέρι απλώθηκε μπροστά της ,ένα αντρικό αυτή τη φορά κάλεσμα για ένα δεύτερο γύρο.
Άπλωσε το χέρι της ενώ ακόμα ήταν μισογονατισμενη στο πάτωμα και ο άντρας την τράβηξε κοντά του.
Αυτή την φορά πέρασε το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της με το άλλο έσφιξε την παλάμη της και την παρέσυρε σ’ενα παλιομοδίτικο βαλς με σταθερά βήματα και απλοϊκό ρυθμό τεσσάρων τετάρτων.
Η Camille έκλεισε τα μάτια και ακολούθησε τον άντρα ακούγοντας το λυγμό της Piaf
.
οχι,τιποτα,μα τίποτα δεν μετανιώνω για τίποτα
ούτε για το καλο,ουτε για το κακό.
το ίδιο μου κάνει.
όλα ξεχρεωμενα,ξεχασμενα.
ξεχασμένα για πάντα
ξεκινώ απ’το μηδέν
.
οχι,τιποτα,μα τιποτα δεν μετανοιωνω για τιποτα
γιατί η ζωη μου,γιατι οι χαρά μου,,
σήμερα ξεκινάει μαζί σου.

 

Πως η camille απαλλάχτηκε από το είδωλο της όταν συνάντησε τον άντρα που χορευε το απλό βαλς των τεσσάρων τεταρτων IV

Mερος τεταρτο
 
 
 
Αργά τη νύχτα ,όταν πια το bistrot ήταν άδειο άντρας της είπε.
– Θέλω να μη σε χάσω. Αλλά να ξέρεις αυτό. Ανήκω σε πολλές γυναίκες .Και δεν μου ανήκει καμία.
– Θέλω να μη σε χασω.Αλλα να ξέρεις αυτό. Aνηκω μονο στην Camille.του απάντησε.
.
Εκείνο το πρωί ο άντρας έπρεπε να φύγει. Είχε περάσει μια βδομάδα από τον πρώτο χορό και είχαν ακολουθήσει άλλοι χοροί .
 
Δημιουργούσαν καινούργιους κόσμους που μετά τους ανέτρεπαν ,έκπληκτοι από την ανακάλυψη του άλλου ,γεμάτοι από το μυστήριο της φυσικής ένωσης ,δυο σώματα που μιλούσαν, μια άμεση ανταπόκριση όπου οι αισθήσεις μετουσιωνόταν σε πράξεις. Είχαν γίνει διάφανοι, τόσο που φόβιζε. Η σφαίρα που μέσα της είχαν κλειστεί τα δυο διάφανα σώματα ήταν ο παράδεισος. Και όπως στον βιβλικό παράδεισο εμφανίζεται ο οφις έτσι και ο δικός τους δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τα δεδομένα όλου του ανθρώπινου γένους. Με την πρώτη αμφιβολία ο ένας από τούς δυο , η και οι δυο έσπασαν τη σφαίρα. Κάποιος έπρεπε να φύγει. Κανείς δεν κατάλαβε ποιος έκανε το πρώτο βημα.Και επειδή δεν είχαν μάθει να μιλούν κανείς δεν το ‘μαθε ποτε.Η Camille σκεφτόταν πως όλα είναι ένα. Το σκοτάδι φέρνει το φως και το φως πάλι το σκοτάδι. Και το αποδέχτηκε.
Κατάλαβε ότι για τον άντρα είχε έρθει η ώρα να φύγει και πίστεψε ότι έκανε αυτή το πρώτο βημα.Τον απάλλαξε από τις ενοχές του. Έτσι τον απελευθέρωσε από τον φαύλο κύκλο του εαυτού του.Και αυτός πίστεψε το ίδιο για την Camille .Σαν ανταπόδοση την είχε απαλλάξει από το στερεότυπο είδωλο της.
Όταν έμειναν και οι δυο χωρίς ενοχές και χωρίς στερεότυπα πίστεψαν ότι είχαν χάσει τις αλυσίδες τους.Ισως και να’ταν αληθεια.
.
 
Την ίδια μέρα, όταν πια οι σκιές στο δωμάτιο είχαν κάνει τον καθιερωμένο τους κύκλο από αριστερά προς τα δεξιά , ένα τελετουργικό ταξίδι των αντικειμένων , η Camille εγκατέλειψε τα μαξιλάρια της και κοίταξε για πρώτη φορά μέσα στη μέρα τον καθρέφτη της.
Έστησε το λεπτό κορμί της ,με θάρρος απέναντι του, σήκωσε λίγο την γαλλική μυτούλα της και έστειλε στο είδωλο της ένα χαμόγελο λέγοντας του «καλησπέρα, εγώ είμαι η Camille»
Αυτό τότε της ανταπόδωσε το χαμόγελο και άρχισε σιγά σιγά να γίνεται ένα αυτήν , εκει μπροστά στα έκπληκτα της ματια .
.
 
Τότε ήταν η ώρα για να φύγει.
Εκεινο το βραδυ δεν πέρασε  με μια δεξιοτεχνικη κινηση το φόρεμα στο σώμα της, από κάτω  προς τα πανω όπως παντα και δεν το σήκωσε μέχρι που αυτό να κάλυψει τους γυμνούς της ωμούς. Δεν εβγαλε τις ψεύτικες βλεφαρίδες μέσα από ένα μικρό βελούδινο κουτί, για να κάλυψει τα μάτια της από τα αδιάκριτα βλέμματα. Και δεν έβαψε τα χείλη της κατακόκκινα.
Μονο τίναξε το κεφάλι της προς το πάτωμα ,το σήκωσε και το ξαναριξε ώσπου τα μαλλιά της βρήκαν την θέση τους στο χώρο.
Ετσι γυμνη κατεβηκε τους 7 οροφους μεχρι να φτασει στο πεζοδρομιο, αφηνοντας πισω της μονο τους ηχους απο τα γυμνα της ποδια.
.
Αργα ,πολυ αργοτερα στο αδειο bistrot μονο ενα ωριμο ζευγαρι σε μια γωνια ειχε ανοιξει μια σαμπανια τριτης διαλογης και ρουφουσε δυσπεπτα και με θορυβο μπαγιατικα στρειδια .

 

 

    
 
 
 
 
 
 

Πως η janine εχασε την παρθενια της απο τον Μεγα Ροντεν το ετος 1885

Μερος Πρωτο

Η Zanine ήταν παρθενα.Και σίγουρα θα είχε μείνει παρθένα για όλη της την ζωή, αν ο Μεγας Αύγουστος Ροντεν δεν είχε περάσει τελείως τυχαία ένα απόγευμα από το μικρό χωριό της στον ‘Άγριο Νότο της Γαλλίας, ανάμεσα στα νερολίβαδα της Καμάργκ. …Aigues-Mortes λεγόταν το χωριο.20 σπίτια ,60 κάτοικοι και ένας φούρνος.Boulangerie-patisserie.

Kαθε που τελειωνε τις καθημερινες της υποχρεώσεις με τους ανάπηρους γονείς της η Janine έπιανε να ζυμώνει με τα δυνατά της χέρια τα πρωινά κρουασάν. ………Οι μυρωδιές ξεχύνονταν στην ατμόσφαιρα ενώ ακόμα δεν είχε φέξει το πρώτο φως.Όλα στο χωριό, ήσυχα και σκοτεινά και μονo στο φούρνο της Janine έκαιγε η λάμπα ,και πλαφ και πλουφ η ζύμη να λειώνει και φσσσσστ να ισιώνει και να κόβεται και να γίνεται πολλά μικρά μισοφέγγαρα .Croissants….Ζεστά, βουτυρένια , φούσκωναν και ζωντάνευαν.

Ωσπου έφτανε ο πρώτος πελάτης και μετά μέχρι το μεσημέρι η μικρή φουρνάρισσα σκόρπιζε χαμόγελα ,έπαιρνε και έδινε τιμαλφή, ντραν-ντραν η ταμειακή γέμιζε και όλο το χωριό μασουλούσε κρουασάν από τα χεράκια της. 

Όταν τα πράγματα ησύχαζαν κάπως η Janine έπιανε το χόμπι της. Έβγαζε το κουτί με τα εργαλεία του οδοντοτεχνιτη,κατι εργαλεία τόσο λεπτά και ντελικατα ,που οι αδαμαντοποιοι χρησιμοποιούν ενίοτε για να δέσουν τις πολύτιμες πέτρες τους.Κοπιδακια, σπάτουλες, ψαλίδια, βελόνες όλα μινιατούρες.Και έλειωνε τη σοκολάτα…Την πέτρωνε και πολλές φορές της έδινε χρωματα.Και σκάλιζε……Ασφόδελοι, μαργαρίτες, ορτανσίες , έως και παραδείσια πτηνά , ψάρια του βυθού και αφρόψαρα , πεταλούδες της μέρας και πεταλούδες της νύχτας.Είχε μια μικρή ξεχωριστή βιτρινα στην είσοδο της boulangerie-patisserie, όπου τα ακουμπούσε όλα αυτά και οι κάτοικοι του χωριού Agues-Mortes την τιμουσαν σε κάθε εξαιρετικη περισταση. Με τον καιρο της ειχε κολλησει και το παρατσουκλι « η αρτιστα μας »

Ειπαμε η Janine ηταν παρθενα.Μέχρι εκείνη τη μέρα που ο Μεγας Γλύπτης Αύγουστος Ροντεν μπήκε στο φούρνο της ένα απόγευμα ν’αγορασει τ’αγαπημενα του κρουασάν για το δρόμο.Την κοίταξε και τα μάτια του έστειλαν τα βέλη τους , στοχεύοντας κατευθείαν στην κοιλιά της.Το κορίτσι αισθάνθηκε ένα ελαφρύ τσίμπημα και μετά τίποτα.

Το ίδιο βράδυ πριν κοιμηθεί είδε λίγο αίμα να κυλλά ανάμεσα στα πόδια της. Ξαφνιάστηκε στην αρχή αλλά αισιόδοξη και θετική καθώς ήταν έπεσε για ύπνο σκεπτόμενη ότι με την πρώτη ευκαιρία θα έκανε μια επίσκεψη στον Pere-Jaques τον γερογιατρο του χωριού.

 Συνεχιζεται…..

πως η janine εχασε την παρθενια της απο τον Μεγα Ροντεν το ετος 1885-II

Μερος δευτερο και τελευταιο

Το άλλο απόγευμα όπως πάντα , άνοιξε το κουτί με τα ντελικατα εργαλεία. Έλιωσε σε μπαιν-μαρι την λευκή σοκολάτα και κάθισε στον πάγκο της για να την πλάση.Στην αρχή το χέρι της ξέφυγε. Κόντεψε να κοπεί.Οι κινήσεις της γινόντουσαν σιγά σιγά όλο και πιο ρευστές ακολουθώντας μια υπόγεια ροη.Αμηχανες στην αρχή αλλά  στη συνέχεια κυλούσαν , χάιδευαν , γλιστρούσαν και μετά πάλι, βίαιες ξεκολλούσαν , χτυπούσαν πίεζαν με δύναμη τις στρογγυλευμένες μάζες και σχημάτιζαν απύθμενες εσοχές , σκοτεινά κανάλια , ζεστή σοκολάτα χόρευε ανάμεσα τους , στροβιλίζονταν οι φόρμες και μαζί τους στροβιλιζόταν και η Zanine μέσα σ’ένα πυρετό , μέσα σε μια έξαψη. Το βράδυ αργά είχε αραδιάσει την παραγωγή της και καθώς την κοίταζε ,έβλεπε σαν σε καθρέφτη την εικόνα της. Τα μέλη της όπως ποτέ δεν είχε τολμήσει να τα κοιτάξει μέχρι τότε.

Μια γλυκιά κούραση την κατέβαλλε και εξαντλημένη μα ήρεμη κοιμήθηκε σαν πουλάκι.

  Την άλλη μέρα όλοι οι κάτοικοι του χωριού παραπονιόντουσαν.-Τι? Δεν έχει κρουασάν σήμερα? Mα πως?H Janine  στην πίσω κάμαρα ετοίμαζε το boudoir.Eκει στις βιτρινες ανάμεσα σε βαριές κουρτίνες ακουμπούσε ένα ένα τα σοκολατένια γλυπτά της.Εξάλλου ο Μεγας  Γλύπτης Αύγουστος Ροντεν της το είχε υποσχεθεί..«Θα έχεις όλο το Παρίσι στα πόδια σου , μικρή μου» της είχε πει  πριν φύγει.Σε λίγες μέρες άμαξες άρχισαν να φτάνουν στις Aigues- Mortes . Kαλοντυμενοι κύριοι και κυρίες , κατέβαιναν και ζητούσαν τον φούρνο της Janine. Oλος ο καλός κόσμος έμπαινε στο boudoir της και έβγαινε με μικρά  χαριτωμένα  πακετακια, στολισμένα με κορδέλες από κόκκινο βελούδο. Η Janine έλαμπε περισσότερο από ποτέ. Είχε παραμελήσει τα κρουασάν . τις μπαγκέτες , ακόμα και τους ασφοδέλους , και τα παραδείσια πτηνά. Δούλευε συνεχώς τα γλυπτά της και το βράδυ έβλεπε όνειρα. Τα μάτια της χαμογελούσαν πριν κλείσουν , για να παραδοθούν στο μορφεα και το πρωί σηκωνόταν ευτυχισμένη.

  Ήταν η εποχή που στο Παρίσι είχαν ξεσπάσει τα σκάνδαλα…Η κοινωνία συγκλονισμένη δεν ήξερε που να το αποδώσει. Τόσα πολλά , τόσα μαζί…Γόνοι της οδού Ματινιον εγκαθιστούσαν σε hotels particuliers κόρες της αμαρτίας και έκαναν μαζί τους παιδιά. Εμπορικοί αντιπρόσωποι εγκατέλειπαν το Παρίσι για τις Μαρκισιες Νήσους ,ζούσαν σε καλύβες οπού γυναίκες με  γυμνά μέλη  τους ετάιζαν γάλα και μέλι από αλόη , κόρες καλών οικογενειών φορούσαν λουλούδια στα μαλλιά και χόρευαν κάτω από το  γεμάτο φεγγάρι στα νότια περίχωρα της πόλης…

Ο Ροντεν Μεγας Μαγιστρος του πηλού και της πέτρας σκεφτόταν την Janine και χαμογελούσε πονηρά κάθε πρωί ανοίγοντας την εφημερίδα του , καθώς απολάβανε τον καφέ του και τα ζεστά κρουασάν της που του έστελνε  ανελοιπως καθημερινά.Πλέον η ήταν ο μόνος καταναλωτής κρουασάν από τα χεράκια της Janine.Kαι αυτή πλέον μόνο για τον Ροντεν σηκωνόταν πριν φέξει ανοίξει φύλλο και να φτιάξει τα μικρά της μισοφέγγαρα. Το ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένο , ένα λεπτό σκοινί ένωνε τον μικρό φούρνο του χωριού Aigues-Mortes με το εργαστήριο του μαγιστρου στο Παρίσι.Και έτσι η Janine που σίγουρα θα είχε μείνει παρθένα για όλη της τη ζωή, έχασε την παρθενιά της , εκείνη την ταραγμένη χρονιά του 1885 από τον Μεγα Ροντεν.