Το bistrot ηταν αδειο, μονο τρεις θαμωνες και ενα ωριμο ζευγαρι σε μια γωνια που ειχε ανοιξει μια σαμπανια τριτης διαλογης και ρουφουσε δυσπεπτα και με θορυβο μπαγιατικα στρειδια .
Οι τρεις θαμωνες σε παραλληλη διαταξη μπροστα στη μπαρα ,με τρια ποτηρια κοκκινο κρασι μπροστα τους,των οποιων το περιεχομενο ανανεωνοταν με την ιδια και απαραλλαχτη συχνοτητα.
Κοιτουσαν ισια μπροστα,μαλλον τις αντανακλασεις του τζιν πανω στο ουισκι και την κρεμ ντε κασσις.
Οι μικρες απλικες στο υψος των τραπεζιων φιλτραραν το φως, απαλυνοντας ετσι τις οποιες υποψιες σκληροτητας, ενοποιωντας τους ανθρωπους,τα αντικειμενα, τα αραδισμενα μπουκαλια, τη μουσικη.
Padam…padam…padam…
Des “je t’aime” de quatorze-juillet
Padam…padam…padam…
Des “toujours” qu’on achète au rabais
Padam…padam…padam…
Des “veux-tu” en voilà par paquets
Πανταμ,πανταμ,πανταμ
τα “σ’αγαπω” της φανφαρας
τα “για παντα” με εκπτωση
τα “σε θελω” ενα σωρο
Η Camille εισεβαλλε πετωντας το κοκκινο σαλι της στον αερα και στροβιλιστηκε μερικες φορες γυρω απο τον εαυτο της διανυοντας κατα μηκος την στενη σαλα-πανταμ-πανταμ-πανταμ, και τοτε τον ειδε, με το κοκκινο υφασμα στο χερι,λιγο σκυφτο σαν σε υποκλιση και τα ματια του καρφωμενα πανω της.
Ο αντρας ,ηταν τυλιγμενος μ’ενα συννεφο καπνου. Μια απροσδιοριστη φιγουρα, σιγουρα οχι αδυνατος, μαλλον γεροδεμενος. Φαινοταν μονος και ηταν μονος.
Ενας αγνωστος,ενας παρεισακτος.
.
Αμέσως η χορεύτρια αναδιπλώθηκε, μαζεύτηκε και ακινητοποιηθηκε.
Πήρε γρήγορα το σάλι από τα χέρια του και μετά τινάχτηκε και γελώντας το τύλιξε στον λαιμό του και τον παρέσυρε στους στροβιλισμούς της.
Εκείνος ακολούθησε τα βήματα της αφήνοντας της το προβάδισμα και κρατώντας την απόσταση που το ύφασμα δημιουργούσε.
πανταμ-πανταμ-πανταμ
ντε ζε τ’αιμ ντε κατοζε ζουγιε
πανταμ-πανταμ-πανταμ….
τρεις γύροι ακόμα και η Camille απελευθερώθηκε και κύλησε κατά μήκος της μπάρας όπου και τυλίχτηκε ,χαλαρωνοντας το πάνω μέρος του κορμιού της αφημένο προς το πάτωμα.
.
Έτσι όπως ήταν σκυμμένη ,ένα χέρι απλώθηκε μπροστά της ,ένα αντρικό αυτή τη φορά κάλεσμα για ένα δεύτερο γύρο.
Άπλωσε το χέρι της ενώ ακόμα ήταν μισογονατισμενη στο πάτωμα και ο άντρας την τράβηξε κοντά του.
Αυτή την φορά πέρασε το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της με το άλλο έσφιξε την παλάμη της και την παρέσυρε σ’ενα παλιομοδίτικο βαλς με σταθερά βήματα και απλοϊκό ρυθμό τεσσάρων τετάρτων.
Η Camille έκλεισε τα μάτια και ακολούθησε τον άντρα ακούγοντας το λυγμό της Piaf
.
οχι,τιποτα,μα τίποτα δεν μετανιώνω για τίποτα
ούτε για το καλο,ουτε για το κακό.
το ίδιο μου κάνει.
όλα ξεχρεωμενα,ξεχασμενα.
ξεχασμένα για πάντα
ξεκινώ απ’το μηδέν
.
οχι,τιποτα,μα τιποτα δεν μετανοιωνω για τιποτα
γιατί η ζωη μου,γιατι οι χαρά μου,,
σήμερα ξεκινάει μαζί σου.
Οι τρεις θαμωνες σε παραλληλη διαταξη μπροστα στη μπαρα ,με τρια ποτηρια κοκκινο κρασι μπροστα τους,των οποιων το περιεχομενο ανανεωνοταν με την ιδια και απαραλλαχτη συχνοτητα.
Κοιτουσαν ισια μπροστα,μαλλον τις αντανακλασεις του τζιν πανω στο ουισκι και την κρεμ ντε κασσις.
Οι μικρες απλικες στο υψος των τραπεζιων φιλτραραν το φως, απαλυνοντας ετσι τις οποιες υποψιες σκληροτητας, ενοποιωντας τους ανθρωπους,τα αντικειμενα, τα αραδισμενα μπουκαλια, τη μουσικη.
Padam…padam…padam…
Des “je t’aime” de quatorze-juillet
Padam…padam…padam…
Des “toujours” qu’on achète au rabais
Padam…padam…padam…
Des “veux-tu” en voilà par paquets
Πανταμ,πανταμ,πανταμ
τα “σ’αγαπω” της φανφαρας
τα “για παντα” με εκπτωση
τα “σε θελω” ενα σωρο
Η Camille εισεβαλλε πετωντας το κοκκινο σαλι της στον αερα και στροβιλιστηκε μερικες φορες γυρω απο τον εαυτο της διανυοντας κατα μηκος την στενη σαλα-πανταμ-πανταμ-πανταμ, και τοτε τον ειδε, με το κοκκινο υφασμα στο χερι,λιγο σκυφτο σαν σε υποκλιση και τα ματια του καρφωμενα πανω της.
Ο αντρας ,ηταν τυλιγμενος μ’ενα συννεφο καπνου. Μια απροσδιοριστη φιγουρα, σιγουρα οχι αδυνατος, μαλλον γεροδεμενος. Φαινοταν μονος και ηταν μονος.
Ενας αγνωστος,ενας παρεισακτος.
.
Αμέσως η χορεύτρια αναδιπλώθηκε, μαζεύτηκε και ακινητοποιηθηκε.
Πήρε γρήγορα το σάλι από τα χέρια του και μετά τινάχτηκε και γελώντας το τύλιξε στον λαιμό του και τον παρέσυρε στους στροβιλισμούς της.
Εκείνος ακολούθησε τα βήματα της αφήνοντας της το προβάδισμα και κρατώντας την απόσταση που το ύφασμα δημιουργούσε.
πανταμ-πανταμ-πανταμ
ντε ζε τ’αιμ ντε κατοζε ζουγιε
πανταμ-πανταμ-πανταμ….
τρεις γύροι ακόμα και η Camille απελευθερώθηκε και κύλησε κατά μήκος της μπάρας όπου και τυλίχτηκε ,χαλαρωνοντας το πάνω μέρος του κορμιού της αφημένο προς το πάτωμα.
.
Έτσι όπως ήταν σκυμμένη ,ένα χέρι απλώθηκε μπροστά της ,ένα αντρικό αυτή τη φορά κάλεσμα για ένα δεύτερο γύρο.
Άπλωσε το χέρι της ενώ ακόμα ήταν μισογονατισμενη στο πάτωμα και ο άντρας την τράβηξε κοντά του.
Αυτή την φορά πέρασε το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της με το άλλο έσφιξε την παλάμη της και την παρέσυρε σ’ενα παλιομοδίτικο βαλς με σταθερά βήματα και απλοϊκό ρυθμό τεσσάρων τετάρτων.
Η Camille έκλεισε τα μάτια και ακολούθησε τον άντρα ακούγοντας το λυγμό της Piaf
.
οχι,τιποτα,μα τίποτα δεν μετανιώνω για τίποτα
ούτε για το καλο,ουτε για το κακό.
το ίδιο μου κάνει.
όλα ξεχρεωμενα,ξεχασμενα.
ξεχασμένα για πάντα
ξεκινώ απ’το μηδέν
.
οχι,τιποτα,μα τιποτα δεν μετανοιωνω για τιποτα
γιατί η ζωη μου,γιατι οι χαρά μου,,
σήμερα ξεκινάει μαζί σου.